O αγαπητός συγγραφέας Κώστας Αρκουδέας μας έστειλε το διήγημά του "Το σπίτι της οδούΧιλ". Το θέμα του είναι άκρως επίκαιρο και σας προτείνουμε να το διαβάσετε!
«Α, ναι; Και πώς ήταν;»
Η Γεωργία το σκέφτηκε λίγο.
«Ήσυχα».
Η μητέρα της γέλασε κοφτά και άλλαξε θέμα. Ως γνωστόν, απέφευγε τις δυσάρεστες συζητήσεις. Την κακοκάρδιζαν, έλεγε. Όταν καταλάβαινε πως η συζήτηση βάθαινε, άφηνε αυτό το κοφτό γελάκι που έμοιαζε με κόασμα και γύριζε αλλού την κουβέντα. Από ένα σημείο και μετά η Γεωργία έπαψε να την ακούει.
Τόσο η φωνή της μητέρας της όσο και η προσπάθειά της να φανεί διασκεδαστική, δυνάμωναν το αίσθημα θλίψης και το σφίξιμο στο στομάχι που είχε από το πρωί. Στο τέλος, άρθρωσε μια δικαιολογία και βιάστηκε να κλείσει το τηλέφωνο.
Βγήκε στην αυλή να πάρει αέρα.
Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή η αυλίτσα, σκέφτηκε.
Η βραδιά ήταν γλυκιά σαν ζουμερό πεπόνι που είχε παγώσει όσο έπρεπε, είχε κοπεί εκεί που έπρεπε και τώρα σπαρταρούσε στη γλώσσα της. Βολεύτηκε στο κάθισμα και τεντώθηκε. Σκέφτηκε πως δεν υπήρχε τίποτα να την ενοχλεί. Ακόμα κι αν υπήρχε, όμως, θα το αντιμετώπιζε με μια στωικότητα που σπάνια έδειχνε στο παρελθόν. Φαίνεται πως ωριμάζοντας ο άνθρωπος μαλακώνει, γίνεται ζυμαράκι και ανέχεται όσα κάποτε τον εξόργιζαν. Σημάδι αυτοπροστασίας, ίσως.
Το πρωί, είχε δει τον κρεοπώλη της γειτονιάς να έχει το αριστερό του χέρι μπανταρισμένο. Τον είχε ρωτήσει τι του συνέβη και χαμογελώντας εκείνος την πληροφόρησε ότι είχε κόψει ο ίδιος τα μεσαία του δάχτυλα με μπαλντά. Βλέποντας τη σαστιμάρα της, λες και το διασκέδαζε, της είχε εξηγήσει ότι βρισκόταν στο χωριό του όταν τον δάγκωσε ένας αστρίτης. Ο αστρίτης, της είχε πει, δεν εκτονώνει το δηλητήριό του, το κρατάει μέσα του, με αποτέλεσμα να γίνεται πηχτό σαν γράσο. Ήταν εύκολη απόφαση. Ή τα δάχτυλα ή τη ζωή του.
Γιατί το θυμήθηκε τώρα; Προσπαθούσε όλη μέρα να το ξεχάσει. Ώρες ώρες θύμωνε με τον εαυτό της.
Κοίταξε ψηλά, τον ξάστερο ουρανό.
Φωτεινή θα ’ναι η νύχτα σήμερα, σκέφτηκε. Πιο φωτεινή απ’ τις άλλες…
Το ελαφρύ αεράκι δρόσιζε το πρόσωπό της. Το γιασεμί μοσχοβολούσε στον κήπο. Δεν ήξερε τι είχε πάθει σήμερα και της φαίνονταν όλα στη θέση τους. Μπορεί και να μην έφταιγε τίποτα, απλώς να ένιωθε έτσι. Άλλωστε, γιατί έπρεπε να υπάρχει ένα γιατί πίσω από κάθε τι; Υπήρχαν στιγμές, σαν αυτήν, που έρχονταν και περνούσαν χωρίς να τις αντιλαμβάνεται. Στιγμές που για να τις νιώσει, έπρεπε να είναι χαλαρή, νηφάλια, σε πνευματική ωστόσο εγρήγορση. Δεν ήθελε να ωραιοποιήσει κάτι, απλώς να εστιάσει σε κείνη την πλευρά της ζωής που συνήθως περνάει απαρατήρητη. Αυτή ήταν η κανονική της όψη, το αληθινό της πρόσωπο, όχι το άλλο, το φριχτό, το αδιανόητα φριχτό.
Διψούσε. Εδώ και ώρα σκεφτόταν να απλώσει το χέρι της και να πιάσει την κανάτα με το νερό. Όλο και το ανέβαλε. Σαν τις στενές μπότες του Ναπολέοντα, έτσι κι εκείνη ανέβαλε για αργότερα κάτι που θα της πρόσφερε διπλή ευχαρίστηση. Όλα ήταν ανοιχτά την ώρα τούτη.
Τέντωσε τις κεραίες της.
Δυο γάτες στρίγκλισαν δαιμονισμένα, καθώς άρχισαν να συμπλέκονται πίσω από το τοιχάκι της αυλής. Η Γεωργία τραντάχτηκε –όλο το προηγούμενο ζεν πήγε περίπατο. Ύπουλα ζώα οι γάτες. Όμορφα κι επικίνδυνα. Ικανά να χαλάσουν τη μαγεία της πιο ειδυλλιακής στιγμής. Μπήκε αγριεμένη μέσα και βούτηξε μερικά ακτινίδια από τη φρουτιέρα στον πάγκο της κουζίνας. Διάλεξε τα ακτινίδια γιατί αν κι έχουν όγκο, είναι μαλακά, ακίνδυνα σχεδόν. Δεν ήθελε να τραυματίσει τις γάτες, μόνο να τις φοβίσει. Τα πήγαινε καλά με τις γάτες. Είχε μεγαλώσει μαζί τους, ήξερε τα σουσούμια τους.
Το πρώτο ακτινίδιο πέρασε σαν σφαίρα πάνω από το κεφάλι ενός χοντροκέφαλου γάτου που έκοβε θριαμβευτικά βόλτες πάνω στο τοιχάκι. Είχε προφανώς κάνει τον άλλον τ’ αλατιού κι ετοιμαζόταν για το δεύτερο γύρο. Ο γάτος αναπήδησε κοιτώντας έκπληκτος προς το μέρος της. Βλέποντας το δεύτερο ακτινίδιο να κατευθύνεται πάνω του σήμανε υποχώρηση. Έφτασε σερνάμενος στην άκρη του τοίχου και κοντοστάθηκε, κοιτώντας την με ύφος κάποιου που θέλει να σώσει τα προσχήματα. Βλέποντάς την όμως να βουτάει ένα ακόμα ακτινίδιο, έγινε μπουχός.
Τέρμα για σήμερα οι γατοκαβγάδες. Οι καβγάδες γενικά.
Ησυχία ξανά.
Αύριο το πρωί θα έπαιρνε την Μόνικα και θα την πήγαινε στον Εθνικό Κήπο. Γλύκανε τη σκέψη της η εικόνα αυτή. Πόση χαρά της έδινε, πόση αγαλλίαση… Η Μόνικα ήταν τόσο μικρούλα, τόσο απροστάτευτη, που δεν μπορούσε να μην την αγαπήσει. Μαζί της είχε αποκτήσει πάλι την ικανότητα να απολαμβάνει τα μικρά και απέριττα πράγματα της καθημερινότητας.
Γλυκιά μου, θα σου πω ένα παραμύθι για το σοφό χταπόδι. Κι ένα παραμύθι για το πολύχρωμο ψάρι. Κι ακόμα ένα για τον αστερία που κατοικεί σ’ ένα ναυάγιο στο βυθό και δε θέλει να φύγει από εκεί. Θα σου πω ένα παραμύθι για την τεράστια κολοκύθα που γεννάει μπάλες. Τα παιδιά παίζουν μαζί τους κι όταν τις παρατάνε, οι μπάλες πέφτουν στο κοκκινόχωμα και γίνονται ντομάτες. Μερικές μπάλες όμως ανεβαίνουν ψηλά και γίνονται μπαλόνια. Μεγάλα θαλασσιά μπαλόνια, που αρμενίζουν στον ουρανό σαν αερόστατα.
Θυμήθηκε τότε που είχε πάει την κόρη της στην προβλήτα να δει τις βάρκες. Της είχαν κάνει εντύπωση τα κατάρτια των ιστιοπλοϊκών –πρέπει να της φαίνονταν τεράστια. Είχε γείρει το κεφάλι της πίσω, τόσο που παραλίγο να πέσει από την αγκαλιά της.
«Αχ, αγγελούδι μου», είπε τρυφερά, σαν τη νανούριζε. «Κλείσ’ τα μάτια σου. Κι όταν τα κλείσεις, θα δεις ένα μεγάλο πράσινο κήπο, με όλου του κόσμου τα παιχνίδια. Θα ’χει τσουλήθρες και παπάκια και χήνες και βατραχάκια που πηδάνε χαρούμενα στις τραμπάλες. Θα ’χει δέντρα γεμάτα στολίδια, ήλιους, φεγγάρια και σκάλες που φτάνουν στ’ αστέρια…»
Άπλωσε το χέρι της κι έφτασε την μπουκάλα με το κρασί.
Για στάσου…
Έτριψε τα μάτια της.
Το νερό δεν είχα εδώ…;
Ανασήκωσε τους ώμους της. Γέμισε το ποτήρι και ήπιε.
«Love of my life, don’t leave me…» ψιθύρισε.
Όποτε έλεγε αυτούς τους στίχους, βούρκωνε, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Της είχανε πάρει το παιδί, τη λατρεμένη της Μόνικα. Την είχαν αποκόψει από το σπλάχνο της. Γιατί; Τι τους είχε κάνει; Αυτή δεν είχε βλάψει κανέναν. Ποτέ, κανέναν. Το παιδί είχε γλιστρήσει από τα χέρια της και είχε χτυπήσει σε κείνη την καταραμένη κόγχη. Δεν έφταιγε η ίδια, η κακιά η ώρα έφταιγε.
Πήρε το ποτήρι με το μπουκάλι και μπήκε στο σπίτι. Στο νου της ξανάρθε το ερώτημα της μητέρας της: Πώς ήταν;
Γέλασε.
Η μητέρα της εννοούσε πώς ήταν ο θάνατός της στο όνειρο. Δεν ήταν μαθημένη να ακούει τη μητέρα της να κάνει τέτοιες ερωτήσεις. Απέφυγε να της πει ότι είχε δει το αμάξι της να φεύγει από το δρόμο και να πέφτει στον γκρεμό, με την ίδια μέσα, έτσι νόμιζε, γιατί ενώ το αμάξι έπεφτε στο κενό (έμοιαζε να πέφτει αιώνες), το πορτμπαγκάζ άνοιξε και φάνηκε το πτώμα της, με μπλαβιά σημάδια γύρω από το λαιμό. Ήταν ήδη νεκρή. Τη στιγμή που το σκέφτηκε, το αμάξι έσκασε με γδούπο στα βράχια και τυλίχτηκε στις φλόγες. Δυο φορές νεκρή.
Γέλασε ξανά.
Μπήκε στην κουζίνα. Άφησε στην άκρη όσα είχε φέρει απέξω κι έπιασε δουλειά. Λάδωσε το ταψί και στη συνέχεια λάδωσε κάθε φύλλο ξεχωριστά. Κατόπιν ψιλόκοψε τα τυριά και τα άπλωσε στα φύλλα προσθέτοντάς τους πιπέρι. Χτύπησε τρία αβγά μαζί με μισό λίτρο γάλα και τα άδειασε πάνω στα τυριά. Στη συνέχεια λάδωσε κάθε φύλλο χωριστά από τη πάνω μεριά και τα έστριψε υπομονετικά στις άκρες.
Άκουσε το τηλέφωνο να χτυπάει. Η μητέρα της θα ’ταν πάλι. Το άφησε να χτυπάει και συνέχισε τη δουλειά της.
Χάραξε την τυρόπιτα σε μερίδες φροντίζοντας να μη φτάσει το μαχαίρι στις κάτω στρώσεις. Κατόπιν έβαλε την τυρόπιτα στο φούρνο και κοίταξε την ώρα. Θα την άφηνε σαράντα με σαράντα πέντε λεπτά. Στα τριάντα πέντε λεπτά, όμως, έπρεπε να θυμηθεί να την ξαναχαράξει.
Το τηλέφωνο δεν έλεγε να πάψει. Ίσως δεν ήταν η μητέρα της. Ίσως ήταν οι φίλες της, οι γνωστοί της, ποιος ξέρει… Γιατί την ενοχλούσαν; Γιατί την πίεζαν; Ώρες ώρες το μόνο που ήθελε ήταν να εξαφανιστεί, να χαθεί. Όμορφα και απλά. Να μη μιλάει κανείς γι’ αυτήν. Κανείς να μην την αναφέρει. Σαν να μην υπήρχε.
Έκανε έναν πρόχειρο έλεγχο στο ριζότο και διαπίστωσε με ικανοποίηση ότι το ρύζι είχε απορροφήσει δεόντως το ζωμό. Πρόσθεσε λιωμένο αχλάδι, μια χούφτα παρμεζάνα, όπως και μια κουταλιά τυρί μασκαρπόνε. Τα ανακάτεψε με προσοχή και τα άφησε μες στην κουζίνα.
Όλα εντάξει, σκέφτηκε.
Έριξε μια ματιά γύρω της. Το σπίτι ήταν, ως συνήθως, σε άριστη κατάσταση. Τα πάντα ήταν υποταγμένα σε επιμελημένη ατημέλεια και σε λιτότητα που τονιζόταν από καλόγουστες πινελιές. Θα μπορούσε να είναι το σπίτι ενός καλλιτέχνη. Η πολυτέλεια και η επιτήδευση απουσίαζαν από εδώ μέσα. Ήταν σαν να ζούσε συντροφιά με μια καλοσυνάτη και στοργική φίλη, που φρόντιζε τις καθημερινές της ανάγκες κι έσπευδε να καλύψει όλες της τις επιθυμίες. Ο χώρος αυτός μεταμόρφωνε τη δυστυχία σε γαλήνη, την τσιγκουνιά σε αρχοντιά, την τραχύτητα σε καλαισθησία. Μεταμόρφωνε ακόμα και την ίδια.
Το σπίτι αυτό είχε ψυχή.
Όταν είχε χωρίσει, το σπίτι είχε βαφτεί μελί απέξω και ζαχαρί από μέσα, που του είχε δώσει όγκο και αλέγρα διάθεση. Το ψηλό, σιδερένιο κρεβάτι της οικογένειας Φραντζή είχε καταλήξει στο παλαιοπωλείο της γειτονιάς. Τα βαριά έπιπλα με τις κεντητές στόφες είχαν αντικατασταθεί από τη σημερινή φωλιά στο τζάκι με τους ευρύχωρους καναπέδες, δημιουργώντας φιλική και ζεστή ατμόσφαιρα. Η αυλή στο πίσω μέρος είχε ανασκευαστεί και είχε απομονωθεί από τα αδιάκριτα βλέμματα χάρη σ’ ένα ψηλό τοιχάκι από ανθρακί πέτρα. Μια αρχαιοελληνική κρήνη είχε μπει στη θέση της παλιάς βρύσης και η Γεωργία έκανε χάζι τα περιστέρια που έρχονταν να πιούν νερό.
Η ενασχόλησή της με όλα αυτά την είχε κουράσει, αλλά άξιζε τον κόπο. Το σπίτι αυτό ήταν το καταφύγιό της, το λιμάνι της, η αγκαλιά που την υποδεχόταν τις δύσκολες ώρες και την παρηγορούσε. Μια νησίδα ασφάλειας, ενώ ο κόσμος γύρω της γκρεμιζόταν. Το σπίτι της οδού Χιλ –έτσι το ανέφερε. Ούτε το πατρικό μου ούτε το μέγαρό μου ούτε τίποτε άλλο. Το σπίτι της οδού Χιλ. Στο κέντρο της Πλάκας, στην καρδιά της Αθήνας. Εκεί κοντά ήταν το Πρώτο Γυμνάσιο Αθηνών, όπου είχε φοιτήσει. Εκεί κοντά και το σπίτι των δικών της. Όλα κοντά. Πήγαινες όπου ήθελες με τα πόδια.
Κοίταξε πάλι γύρω της. Κάτι δεν πήγαινε καλά…
Αν εξαιρούσες ένα σαμιαμίδι κοντά στο φως, θα έλεγες πως στο σπίτι βασίλευε νεκρική ακινησία. Ακόμα και η παρουσία της ίδιας θύμιζε περισσότερο ξωτικό παρά κανονική γυναίκα.
«Ε, πια!» έκανε απεγνωσμένα.
Πήγε στη σιντιέρα με τα γυάλινα ράφια και τις μυστικές κρύπτες που έκρυβαν τις αγαπημένες της συλλογές και άρχισε να διαλέγει μουσική. Κατέληξε σε μια σπάνια συλλογή ηλεκτροπόπ και την τοποθέτησε στη συσκευή. Δυνάμωσε την ένταση.
Αυτό χρειαζόμουν…
Τα μπιτ έκαναν τα τζάμια να τρίζουν.
Λίγο ανέβασμα… Έλα, πάμε..!
Το τηλέφωνο χτύπησε κι έτρεξε να το σηκώσει. Ήταν, φυσικά, η μητέρα της.
«Γιατί είσαι λαχανιασμένη;» ρώτησε.
Ώρες ώρες την εκνεύριζε η επιμονή της.
«Τι θες τώρα;»
«Δε σ’ ακούω. Κλείσε αυτό το διάολο».
«Βιάζομαι», φώναξε στη μητέρα της. «Έχω καλεσμένους. Θα τα πούμε αργότερα», και της έκλεισε το τηλέφωνο.
Από το πρωί είχε μια υφάλμυρη γεύση στο στόμα, που κατά διαστήματα γινόταν πικρή. Πού οφειλόταν; Άνοιξε το στρογγυλό μεταλλικό καπάκι και πήρε από μέσα μια παστίλια με γεύση θυμάρι και μέλι. Α, δε θα άφηνε να την πάρει αποκάτω.
Γδύθηκε και στήθηκε μπρος στον καθρέφτη φορώντας στράπλες, κυλωτάκι και μαύρο καλτσόν. Ρούφησε την κοιλιά της. Είχε πάρει λίγο βάρος τον τελευταίο καιρό –και πώς να μην έπαιρνε με τη ζωή που έκανε;
Πρώτα τα παπούτσια, σκέφτηκε. Όλα ξεκινούν από τα παπούτσια.
Κλασικές γόβες για ξεκίνημα και στη συνέχεια γόβες με λουράκι. Τις απέρριψε και διάλεξε ένα ζευγάρι γόβες με μπερέτες και δερμάτινο λουλούδι. Έβγαλε από το συρτάρι το σετ γυαλίσματος και απίθωσε πλάι τα σύνεργά της: κρέμα, βούρτσα και σαμουά. Βάλθηκε να φινίρει σχολαστικά τα παπούτσια. Πέρασε την κρέμα με προσοχή στην επιφάνειά τους, τα γυάλισε με τη βούρτσα κι έκανε με το σαμουά τις δύσκολες γωνίες του λουλουδιού.
Τέλεια, σκέφτηκε και τα άφησε να στεγνώσουν. Πάμε παρακάτω…
Στο αριστερό της χέρι φόρεσε ένα μακρύ, δαντελένιο γάντι που της άφηνε ελεύθερα τα δάχτυλα, με σχέδια από ανθάκια.
Για να τα βλέπουν οι άντρες και να φαντάζονται διάφορα.
Και τώρα τα φορέματα. Στην αρχή δοκίμασε κάποιο που της έδινε αριστοκρατικό αέρα. Το άφησε κατά μέρος και δοκίμασε μια σειρά από φορέματα εβαζέ. Τα παράτησε και πέρασε γρήγορα σ’ ένα γκρι τουνίκ. Το έβγαλε και φόρεσε αμάνικο με βαθύ ντεκολτέ.
Σαν ξέκωλο θα δείχνω, σκέφτηκε και ξέσπασε σε γέλια.
Τα ρούχα πίσω της σχημάτιζαν βουναλάκι, όταν επιτέλους κατέληξε σ’ ένα κομψό φόρεμα του μεσοπολέμου με χρυσαφί μπορντούρα.
Αυτό μάλιστα!
Δυνάμωσε τη μουσική και άναψε τσιγάρο σε μακριά πίπα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
«Θα κάψεις καρδιές, γλυκιά μου», είπε στο είδωλό της.
Συνέχισε να λικνίζεται στο ρυθμό της μουσικής. Α, ναι, είχε μείνει κάτι ακόμα: οι πέρλες. Πού τις είχε; Έψαξε μανιασμένα στα συρτάρια, πετώντας έξω ό,τι δε χρειαζόταν. Δεν τις βρήκε και στάθηκε αναψοκοκκινισμένη στη μέση του δωματίου. Ήπιε μια γουλιά κρασί κι έστυψε το μυαλό της.
«Πού στο καλό…;»
Θυμήθηκε πού τις είχε κρυμμένες. Άνοιξε το σμάλτινο κουτί στο πάνω ράφι της εταζιέρας και παραμερίζοντας τα ρολόγια με τα μπριγιάν, βρήκε τις πέρλες. Τις φόρεσε μπρος στον καθρέφτη και ρουθούνισε ηδονικά. Τράβηξε μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο της. Ήπιε μια ακόμα γουλιά κρασί.
Η απόλυτη φαμ φατάλ, σκέφτηκε και φαντάστηκε τα αρσενικά να στριμώχνονται γύρω της.
Κάτι όμως δεν κόλλαγε, κάτι την ενοχλούσε. Παραήταν φανταχτερή και γκλαμουράτη. Έβγαλε τις πέρλες και φόρεσε στο λαιμό ένα δετό περιδέραιο. Κατόπιν ένα μακρύ. Δεν της άρεσε και δοκίμασε το βελούδινο κολάρο.
Ούτε αυτό.
Πέρασε σε κρεμαστά κοσμήματα και σε μενταγιόν, για να καταλήξει με τα πολλά σ’ ένα περιδέραιο των πέντε σειρών. Αυτό κι αν ήταν φανταχτερό…
Δε θέλω βιασύνες, μάλωσε τον εαυτό της, τη στιγμή που το έβγαζε. Άσ’ το γι’ αργότερα.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού κι έβαψε με βερνίκι τα νύχια της κόκκινα. Κατακόκκινα. Της φωτιάς.
Είχε λίγο χρόνο στη διάθεσή της μέχρι να έρθουν οι καλεσμένοι και τον αφιέρωσε αποκλειστικά στο μακιγιάζ. Στήθηκε μπρος στον καθρέφτη κι έβγαλε από τη θήκη το βουρτσάκι για τα φρύδια, το χτενάκι για τις βλεφαρίδες. Σύστρεψε τις βλεφαρίδες με το ειδικό εργαλείο και κατόπιν χρησιμοποίησε μάσκαρα. Έκανε μια διακριτική σκιά με το πινελάκι. Πομ-πον για το πουδράρισμα, αλλά πρώτα λίγο ρουζ, όχι πολύ, ίσα-ίσα.
Μήπως είναι δυνατά η μουσική;
Δεν την ένοιαζε, δεν της καιγόταν καρφί. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν πόσοι θα έρχονταν απόψε. Θα ήταν πολλοί; Ου, δε θυμόταν… Τα άτομα που γνώριζε τον τελευταίο καιρό ήταν τόσα, που είχε αρχίσει να συγχέει φυσιογνωμίες. Τις προάλλες είχε πιάσει κουβέντα στο δρόμο με κάποιον και δε θυμόταν ποιος ήταν, πώς τον έλεγαν, αν είχε κοιμηθεί μαζί του.
Τέλος πάντων, επί του προκειμένου.
Έπαψε να λικνίζεται στο ρυθμό της μουσικής, αφού το βάψιμο των χειλιών απαιτούσε τη μεγαλύτερη δυνατή συγκέντρωση. Το βαθύ ροζ ταίριαζε στο χρώμα του δέρματός της, αλλά την έκανε κάπως άχρωμη. Το έβγαλε κι έβαψε τα χείλη της κόκκινα, σαν τα νύχια της.
Ή θα ’καιγε καρδιές ή δε θα ’καιγε…
Για τα μαλλιά χρησιμοποίησε τρεις διαφορετικές χτένες. Μια για να τα ξεμπερδέψει, μια για να τα χτενίσει και μια για να τους δώσει όγκο.
Τώρα ήταν έτοιμη.
Α, κάτι ακόμα. Ως κατακλείδα, έσταξε στον κόρφο της μια σταγόνα άρωμα.
Άσ’ τους ν’ αναρωτιούνται αν είναι η φυσική σου μυρωδιά.
Τώρα ήταν έτοιμη. Πανέτοιμη.
Η επόμενη κίνηση ήταν να ενημερώσει τις κολλητές της. Τους έστειλε μήνυμα από το κινητό σε άψογα Γκρίκλις: Sas perimenw me anipomonisia. Tha perasoume iperoxa.
Μια μύγα μπήκε βουίζοντας μέσα και κόλλησε σαν βεντούζα στον ιδρωμένο της σβέρκο. Προσπάθησε να τη χτυπήσει με την παλάμη, αλλά το μόνο που κατόρθωσε ήταν να μπατσίσει τον εαυτό της. Η μύγα χίμηξε στην κουζίνα, κάθισε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να μαγαρίζει τα ψίχουλα που είχαν ξεμείνει από το μεσημεριανό. Η Γεωργία ξέθαψε τη μυγοσκοτώστρα από το ντουλάπι του νεροχύτη και πλησίασε ύπουλα τη μύγα. Εκείνη κάτι ψυλλιάστηκε και στάθηκε ακίνητη, σε πλήρη όμως επαγρύπνηση. Η Γεωργία υποχρεώθηκε να μείνει στήλη άλατος. Καθησυχασμένη η μύγα συνέχισε το νευρικό της σεργιάνισμα ανάμεσα στα ψίχουλα.
Δεν κατάλαβε από πού της ήρθε.
Έτσι είναι, σκέφτηκε η Γεωργία, ενώ καθάριζε τη μυγοσκοτώστρα. Μια απλή κίνηση και περνάς στην αιωνιότητα. Τη μια στιγμή είσαι εκεί, μια ζωηρή ύπαρξη, και την άλλη…
Έπλυνε σχολαστικά τα χέρια της χρησιμοποιώντας χειροποίητο σαπούνι από ελαιόλαδο, που έκανε το δέρμα λείο και απαλό σαν μετάξι. Φρόντισε βγαίνοντας να κλείσει το καπάκι της λεκάνης και την πόρτα της τουαλέτας.
Κακή ενέργεια. Το λέει το Φενγκ-Σούι.
Στο νου της ήρθαν οι φίλες της, η Σίσυ και η Αμάντα. Ώρες ώρες την εξέπλητταν. Ήξεραν τα πάντα για τους πάντες. Ποια είχε κάνει πλαστική στη μύτη, ποια είχε προσθέσει σιλικόνη στο στήθος, ποιο μοντέλο έβγαινε με ποιο εφοπλιστικό βλαστάρι, ποια λολίτα είχε πάρει τα μυαλά ποιανού παραλή.
«Όταν το οικόσημο συναντάει το χρήμα, το τέλος είναι αίσιο. Αλλιώς…» έλεγε η Αμάντα.
Δίκιο έχει.
Αγαπημένα τους θέματα ήταν οι γαλαζοαίματοι έρωτες και τα πιπεράτα κουτσομπολιά του διεθνούς τζετ σετ. Απολαυστικές! Και μορφωμένες, όχι τίποτα τσούκια. Στα καλύτερα κολέγια είχαν σπουδάσει. Ήξεραν όλες τις ανέσεις που πρόσφεραν τα χλιδάτα ξενοδοχεία ανά τον κόσμο. Μίλαγαν με τις ώρες για τα hot ζευγάρια της showbiz, που είχαν γίνει στόχος των παπαράτσι και πρωτοσέλιδα στα gossip περιοδικά. Μια και οι ίδιες δεν ήταν ικανές ούτε αβγό να βράσουν, θαύμαζαν τη φίλη τους για την ικανότητά της να συνδυάζει τις γυναικείες δουλειές με τα ξενύχτα. Τα βράδια στην παραλιακή, πολλές από τις προπόσεις τους αφορούσαν τα γαστρονομικά της επιτεύγματα.
Για σύντροφο στη ζωή τους έλεγαν και οι δυο περίπου τα ίδια:
«Θέλω έναν άντρα να με στηρίζει όποτε χρειάζεται. Δεν μ’ ενδιαφέρει ο τραπεζικός του λογαριασμός. Το χρήμα δε φέρνει την ευτυχία. Τον θέλω να έχει στόχους στη ζωή, για να τον θαυμάζω και να τον αγαπώ».
Εννοούσαν ότι ήθελαν πλάι τους έναν άντρα παντοδύναμο. Όσο για τα χρήματα, φυσικά και τις ενδιέφεραν, απλώς δεν το δήλωναν.
Η Σίσυ ήταν η σινεφίλ της παρέας. Κατά καιρούς τις έσερνε σε σκοτεινές αίθουσες να δουν ταινίες όπως «Vicky Cristina Barcelona» ή «Απλώς δεν σε γουστάρει». Μερικές φορές έφερνε DVD να δουν στο σπίτι της, πριν από τη βραδινή τους έξοδο. «Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι», ««Το ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς» και ούτω καθεξής.
Όταν ο Χάρυ γνώρισε τη Σάλυ. Ή όταν ο Μάκης γνώρισε τη Γεωργία.
Ο Μάκης… Η ζωή της ξεκίνησε πριν έξι χρόνια, όταν τον γνώρισε –έτσι έλεγε κάποτε. Οι ώμοι του ήταν ελαφρά κυρτωμένοι και είχε μελανές σακούλες κάτω από τα μάτια. Δε θα τον έλεγε κανείς όμορφο, ήταν όμως γοητευτικός, με μια γοητεία ολότελα δική του. Το παρουσιαστικό του είχε κάτι αγέρωχο, σαν κόμης ή βαρόνος άλλων εποχών, γι’ αυτό και στην αρχή της γνωριμίας τους η Γεωργία του είχε δώσει το όνομα Εστερχάζι. Μπορούσε να τον φανταστεί σε πύργους με βαριά οικόσημα, συντροφιά με στρατιές υπηρετών και ιπποκόμων που διεκπεραίωναν κάθε του επιθυμία. Φυσικά, αυτό απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Εντούτοις, του αναγνώριζε ότι διέθετε πολλά από τα προσόντα που τον έκαναν στα μάτια της ιδανικό σύζυγο. Οι αποφάσεις του ήταν σταθερές και σίγουρες –προϊόν ώριμης σκέψης. Σπάνια λάθευε, αλλά ακόμα κι όταν έκανε λάθος, είχε τη γενναιότητα να το αναγνωρίζει. Συμπαραστεκόταν ολόψυχα στα προβλήματα του παιδιού και δεν ήταν τυχαίο πως η Μόνικα τον λάτρευε. Τώρα που η μικρή είχε αρχίσει να καταλαβαίνει, τη συμβούλευε χωρίς να γίνεται διδακτικός και την προστάτευε χωρίς να γίνεται τσιμπούρι. Συμπεριφερόταν με πραότητα και σύνεση τέτοια, που ώρες ώρες εξέπληττε ακόμα και την ίδια.
Πολιτικός μηχανικός δεν ήθελε να γίνει, αλλά πιέστηκε να συνεχίσει τη δουλειά του πατέρα του, που ήταν γνωστός μεγαλοεργολάβος. Ήταν προορισμένος να τον διαδεχτεί –έτσι τον έβλεπαν όλοι. Περνούσε τα καλοκαίρια στη Μύκονο κάνοντας τρέλες με τους φίλους του, ενώ τους χειμώνες ξυπνούσε από τα χαράματα για να πάει στο εργοτάξιο, πλάι στον πατέρα του, που ήταν καταπιεστικός και συγκεντρωτικός, απολυταρχικός σχεδόν. Μια φιγούρα που ρούφαγε το οξυγόνο των ανθρώπων γύρω του αφήνοντάς τους ξέπνοους. Η Γεωργία είχε δει κάποτε το όνομα του πατέρα του να φιγουράρει στην κορυφή ενός ουρανοξύστη από γυαλί και μπετόν και είχε αναρωτηθεί: Ποιος νομίζει ότι είναι; Ο βασιλιάς της πόλης;
Όταν ο Μάκης γνώρισε την ίδια, είχε μόλις αναλάβει τα ηνία της εταιρείας. Τα βάρη πάνω του ήταν πολλά. Μόνο η δροσερή και ανέμελη στάση της Γεωργίας ελάφραινε την κατάσταση. Την έβλεπε σαν τη «χαρά της ζωής», έτσι έλεγε, τουλάχιστον στην αρχή. Θυμόταν ότι στην αρχή μιλούσε κολακευτικά γι’ αυτήν, αποθεωτικά σχεδόν, λες και μιλούσε για κάποιο πλάσμα πέρα από αυτήν. Όταν παντρεύτηκαν, τα λόγια του έγιναν πιο προσεκτικά, πιο συγκρατημένα. Τον τελευταίο καιρό τα λόγια του έσταζαν χολή, αποκαλυπτικά των προθέσεών του να δώσει τέλος στην ιστορία τους.
All you need is love, σκέφτηκε και γέλασε πικρά.
Καμιά αγάπη δεν είναι αρκετή –εκεί είχε καταλήξει. Η αγάπη είναι απλώς μια δοκιμασία για να δεις αν αντέχεις τα περαιτέρω.
Στο νου της ήρθε το 2004, το καλοκαίρι της Ελλάδας. Είχε βγει στους δρόμους με τον Μάκη για να δουν το πούλμαν των νικητών του Euro. Κρατούσαν πλαστικές σημαίες και τις ανέμιζαν. Μες στο πούλμαν ήταν οι ποδοσφαιριστές και ο βασιλιάς Ότο Ρεχάγκελ, που γνώριζαν την αποθέωση. Μες στο μεθύσι της νίκης, ο Μάκης της είχε ζητήσει να παντρευτούν. Είχε πέσει κλαίγοντας στην αγκαλιά του. Ενώ η χώρα ετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, εκείνη ετοιμαζόταν για το γάμο της. Τίποτε δε φαινόταν να σκιάζει την ευτυχία της. Ζούσε στην ισχυρή Ελλάδα, σε μια πόλη που θύμιζε εργοτάξιο από τα πολλά έργα. Το μετρό, το νέο υπερσύγχρονο αεροδρόμιο, η Αττική Οδός… Όλα κυλούσαν μέσα σε γλυκιά έξαψη και αναμονή. Μέχρι που, λίγο πριν την έναρξη της Ολυμπιάδας, τα μεγάλα αστέρια της χώρας, τα καμάρια της, οι πρωταθλητές Κεντέρης και Θάνου, είχαν πιαστεί ντοπαρισμένοι. Ο Μάκης είχε κάνει λόγο για όνειδος πριν το θρίαμβο. Εντούτοις, η τελετή έναρξης ήταν μαγευτική και τους είχε κάνει να ξεχάσουν το γεγονός.
«Θα σε ονομάζω Ρωμιά», της είχε πει κάποτε ο πατέρας της, μετά από έναν καβγά τους. «Ζεις με χίμαιρες και ψευδαισθήσεις. Είσαι ικανή για το καλύτερο και το χειρότερο. Μπορεί να δημιουργείς κάτι για χρόνια και μετά να το καταστρέψεις, χωρίς να το μετανιώσεις».
Ο ίδιος αντιπαθούσε τους Έλληνες –υπήρχαν μάλιστα στιγμές που τους σιχαινόταν. Έλεγε πως ανήκε σε άλλη φυλή και είχε βρεθεί τυχαία εδώ. Ποια σχέση μπορεί να είχε, έλεγε, με αυτούς τους κακομούτσουνους, τους ανάγωγους, τους τρελούς; Ήταν αστείο, έλεγε, να τους συγκρίνεις με τους Έλληνες της κλασικής αρχαιότητας, του μέτρου, της καθαρότητας, της ηθικής. Αυτοί εδώ ήταν ένα μάτσο χωριάτες. Ποντίκια που είχαν βρει καταφύγιο σ’ έναν εγκαταλειμμένο ναό. Η ίδια διαφωνούσε με τους λίβελούς του, αλλά σπάνια εξέφραζε τη διαφωνία της. Αυτό που είχε προσέξει ήταν πως οι Αθηναίοι δεν αγαπούσαν την πόλη τους. Δεν φρόντιζαν να είναι τακτική, περιποιημένη, δίχως προβλήματα. Ίσως γιατί δεν τη θεωρούσαν δική τους πόλη. Ήταν σαν να μη ζούσαν εδώ. Της φέρονταν σαν εργατούπολη, σαν ένα πέρασμα πριν επιστρέψουν στο χωριό τους, στο νησί τους, ή οπουδήποτε αλλού. Σπάνια έβλεπε ευχαριστημένα πρόσωπα σε αυτή την πόλη. Κι ακόμα πιο σπάνια έβλεπε ευτυχισμένους ανθρώπους.
Μετά το γάμο είχε ακολουθήσει βασιλική δεξίωση στο κτήμα Νάσιουτζικ, με περισσότερους από τριακόσιους πενήντα καλεσμένους. Αλλιώς τα περίμεναν, αλλιώς τα βρήκαν. Οι άντρες δεν έβλεπαν την ώρα να φάνε, ενώ οι γυναίκες κοίταζαν τι φορούσαν οι άλλες και τις κουτσομπόλευαν. Η Γεωργία το είχε σκυλομετανιώσει. Θα προτιμούσε να είχε παντρευτεί σ’ ένα ξωκλήσι σε κάποιο νησί, μακριά από όλους και από όλα.
Την επόμενη μέρα είχαν πάει ταξίδι του μέλιτος στο Παρίσι, την πόλη του φωτός. Το Παρίσι της είχε φανεί υγρό και σκοτεινό, μες στη μούχλα. Η εικόνα που της είχε μείνει ήταν ψηλά δέντρα με πυκνά, περιποιημένα φυλλώματα να στάζουν μετά από ξαφνική νεροποντή.
Είχε μείνει έγκυος σχεδόν αμέσως. Η γέννα ήταν δύσκολη, αλλά ευτυχώς χωρίς επιπλοκές για την ίδια και το παιδί. Είχαν εγκατασταθεί στο σπίτι του άντρα της και η ζωή που πάντα ονειρευόταν είχε γίνει απτή πραγματικότητα.
Μέχρι που… ο Μάκης άρχισε να αργεί να επιστρέψει από τη δουλειά. Όταν επέστρεφε, ήταν βαρύθυμος κι εκνευρισμένος. Τα μαλλιά του, όταν ξάπλωνε δίπλα της, μύριζαν γυναικεία αρώματα. Κάποια στιγμή της είχε ανακοινώσει ότι θα έφευγε για πενθήμερο συνέδριο στο εξωτερικό. Μένοντας μόνη, με το βρέφος και την γκουβερνάντα, η Γεωργία είχε αναρωτηθεί για πρώτη φορά αν ήταν αυτή η ζωή που ονειρευόταν. Κάποια στιγμή συνέβη κι εκείνο το περιστατικό με το παιδί, τότε που κινδύνεψε η ζωή του, και ο Μάκης βρήκε πάτημα να την κατηγορήσει για αμέλεια, να τη σύρει στα δικαστήρια, να τη χωρίσει, να της πάρει το παιδί.
Ο αλήτης…
Είχε στήσει άψογα τη συνωμοσία του, με την υποστήριξη της οικογένειάς του, που την είχε βάλει στο μάτι από την αρχή και δεν την είχε αποδεχτεί.
Την Ελλάδα εκείνη να την ξεχάσεις, σκέφτηκε και τίναξε το κεφάλι της.
Στο νου της ξανάρθαν οι φίλες της. Η Αμάντα διέφερε από τη Σίσυ. Ο ρυθμός της ζωής της έρεε σαν τον αφρό της σαμπάνιας. Τα πλατινέ μαλλιά της και οι χαριτωμένες μούτες της ήταν γνωστές στους πάντες. Οι θυελλώδεις δεσμοί της πασπαλισμένοι με κάθε είδους σκαμπρόζικες λεπτομέρειες έκαναν συχνά πυκνά την εμφάνισή τους στα lifestyle περιοδικά. Εμβληματική φυσιογνωμία του Facebook, με ορδές θαυμαστών να παρακολουθούν κάθε της κίνηση, να επιδοκιμάζουν κάθε της λέξη. Αν είχε μια ιδιότητα η Αμάντα, ήταν αυτή του party anima, της ψυχής των πάρτυ. Τριάντα περίπου χρόνων, όπως όλες τους, ζούσε με τους γονείς της σε μια βίλα στο Ψυχικό, με πισίνα και θεόρατο φράχτη που κρατούσε τους ανεπιθύμητους σε απόσταση.
Η Γεωργία ήταν περήφανη για τις φίλες της. Μπορεί να μην έκαναν πολλά χρόνια παρέα, αλλά συνεννοούνταν θαυμάσια. Ταίριαζαν. Συμπλήρωναν η μια την άλλη.
Αναστέναξε και κοίταξε την ώρα.
Νύχτα είναι και θα περάσει.
Άνοιξε την τηλεόραση. Ένας γκριζομάλλης με αετίσια μύτη μιλούσε σε μια λεπτοκαμωμένη δημοσιογράφο.
«Ο δυτικός πολιτισμός», έλεγε, «δομήθηκε πάνω σε μια βασική αξία: τη χρηστικότητα των πραγμάτων. Τα πάντα είναι αντικείμενα προς χρήση. Όταν παύουν να έχουν κάποια, στοιχειώδη έστω, χρηστικότητα, τα πετάμε».
Το ίδιο και τους ανθρώπους, συλλογίστηκε δύσθυμα.
Ένιωσε τη μελαγχολία να την κυκλώνει. Ω, την κούραζαν αυτές οι μεταπτώσεις. Την ακατάβλητη ενεργητικότητα που τη χαρακτήριζε κατά καιρούς διαδέχονταν η απάθεια, η αδιαφορία για οτιδήποτε, οι δυσοίωνες σκέψεις. Ευτυχώς που αυτές οι περίοδοι δεν κράταγαν πολύ. Ένα γερό γλέντι με τις φίλες της σηματοδοτούσε την επάνοδό της στον κόσμο.
Άλλαξε κανάλι κι έπεσε πάνω στις ειδήσεις των οχτώ.
Εεε, όχι…
Απέφευγε τις ειδήσεις όπως ο διάολος το λιβάνι. Την κατέθλιβαν. Ο Μάκης της έλεγε πως ήταν το πιο απολιτίκ άτομο που είχε γνωρίσει. Ετοιμαζόταν να αλλάξει κανάλι, όταν άκουσε τον παρουσιαστή να λέει με βραχνή από την ένταση φωνή.
«Σήμερα, τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Δύο γυναίκες κι ένας άντρας, που εργάζονταν στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin επί της οδού Σταδίου. Η είδηση κάνει το γύρο του κόσμου και σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα δημιουργεί ποικίλες αντιδράσεις…»
Το λαρύγγι της Γεωργίας συσπάστηκε, αλλά φωνή δεν βγήκε από το στόμα της. Το υποκατάστημα αυτό βρισκόταν δίπλα στο μαγαζί που πήγαινε και αγόραζε καφέ. Εγγλέζικο καφέ ονόματι Lazy Sunday, με απαλή και πλούσια γεύση.
Ό,τι είχε συμβεί θα μπορούσε να είχε συμβεί στην ίδια.
Τρόμαξε με αυτό που σκέφτηκε, τρόμαξε πολύ, κι όποτε τρόμαζε, μια μυρωδιά ασβού αναδινόταν από το κορμί της. Είχε ένα κακό προαίσθημα από το πρωί. Κάτι κακό θα γινόταν. Να που είχε επαληθευτεί.
«…Υπάλληλοι και αυτόπτες μάρτυρες λένε», συνέχισε ο παρουσιαστής, «πως η μια από τις γυναίκες αυτές ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος».
Η Γεωργία έπιασε ασυναίσθητα την κοιλιά της και ξέσπασε σε μακρόσυρτο γέλιο. Ένα γέλιο που δεν μπορούσε να σταματήσει, που δεν μπορούσε να ελέγξει. Αντίθετα, ήταν το γέλιο που την έλεγχε. Και θα σταματούσε όποτε ήθελε αυτό. Ένα γέλιο που δεν της πρόσφερε ούτε χαρά ούτε ανακούφιση, απόρροια έντονων συγκρούσεων στα κατάβαθά της.
Πήρε μια ακόμα από εκείνες τις καραμέλες, μόνο που της φάνηκε πιο πικρή από τις προηγούμενες. Δεν κατάφερε να τη μασήσει και αναγκάστηκε να την καταπιεί πίνοντας λίγο κρασί.
Διαπίστωσε ότι τα χέρια της έτρεμαν.
Άρπαξε το τηλεκοντρόλ κι έκλεισε κακήν κακώς την τηλεόραση.
Σιωπή. Το μόνο που άκουγε ήταν η ανάσα της και η καρδιά της. Ακόμα και η σιωπή μες στο σπίτι είχε τη δική της οντότητα. Υπήρχαν στιγμές, όπως τώρα, που γινόταν εκκωφαντική.
Τα φώτα τρεμόπαιξαν και η μουσική σταμάτησε απότομα, σαν να είχε κοπεί το ρεύμα.
Της φάνηκε πως κάτι απειλητικό σερνόταν στην ατμόσφαιρα. Κάτι μιαρό, χαμερπές, που σκοπό είχε να βλάψει τους πάντες και κυρίως την ίδια. Ίσως ήταν αστρίτης, με δηλητήριο πηχτό σαν γράσο, σαν αυτόν που της είχε περιγράψει το πρωί ο χασάπης.
Η μάσκα έπεσε και το πρόσωπό της έμεινε γυμνό. Η αλήθεια ήταν πως είχε πονέσει τόσο που στο τέλος είχε πάψει να αισθάνεται πόνο, να αισθάνεται οτιδήποτε. Είχε περάσει σε μια κατάσταση αναισθησίας, λες και την είχαν ναρκώσει. Σιγά σιγά, ανεπαίσθητα, ο κόσμος την είχε προσπεράσει, χωρίς να της αφήσει περιθώρια να επανέλθει σε αυτόν.
Άκουγε την καρδιά της να χτυπάει άτακτα. Το λαχάνιασμά της έκανε αντίλαλο μες στο κεφάλι της. Εντυπώσεις, μυρωδιές, ήχοι και απόηχοι ξέσπασαν πάνω της με βιαιότητα τόση, που κόντεψαν να τη ρίξουν κάτω.
Οι αξίες της ήταν αντεστραμμένες. Όλη αυτή η περίοδος της χαράς και της ξεγνοιασιάς ήταν στην πραγματικότητα μια περίοδος πένθους.
Η παλαβιάρα της οδού Χιλ. Η τρελή.
Έτσι την έλεγαν. Τους είχε ακούσει.
Οι σκέψεις ήρθαν σκούζοντας, σαν πεινασμένα γεράκια που εντοπίζουν τη λεία τους.
Η παλαβιάρα της οδού Χιλ. Η τρελή.
Έτσι εξηγούνταν τα επίμονα τηλεφωνήματα της μητέρας της. Έτσι εξηγούνταν οι άθικτες λιχουδιές στις σακούλες που άφηνε κάθε πρωί στο σκουπιδοτενεκέ της γειτονιάς. Έτσι εξηγούνταν πώς από τους δεκάδες καλεσμένους της δεν υπήρχε κανείς να θυμάται το επόμενο πρωί. Έτσι εξηγούνταν…
Το σαγόνι της άρχισε να τρέμει. Ένας σπασμός στην κάτω γνάθο που δεν έλεγε να σταματήσει.
Το σπίτι αυτό δεν ήταν καταφύγιο. Ήταν παγίδα. Ένα δόκανο που την είχε γραπώσει και την κρατούσε αιχμάλωτη. Μια χρυσή φυλακή που την απομόνωνε από τον έξω κόσμο. Ένα όμορφο περιβάλλον, σαν αυτό της Ελλάδας, που της έκρυβε την αλήθεια. Η ζωή της είχε περιοριστεί στα λίγα τετραγωνικά μέτρα αυτού του σπιτιού. Δεν είχε ιδέα τι γινόταν παραέξω.
Όχι, όχι… μη σκέφτεσαι τέτοια πράγματα. Στο τέλος της μέρας αξίζει να ’χεις όμορφα πράγματα να σκεφτείς. .
Εκείνη, άλλου είδους γυναίκα ήθελε να γίνει. Ζεστή και γήινη, όχι άοσμη και χάρτινη σαν τις φίλες της. Θα της αρκούσε να πάρει τη Μόνικα και να τη μεγαλώσει κάνοντας του κόσμου τις δουλειές. Θα της αρκούσε να βλέπει μαζί της παιδικές εκπομπές και να κοιμάται τα βράδια έχοντάς τη σφιχτά κλεισμένη στην αγκαλιά της.
…Πάψε…!
Είδε το ταβάνι να πέφτει πάνω της και να την πλακώνει.
Αρχικά η περίπτωση της Γεωργίας Φραντζή δεν είχε κριθεί ανησυχητική. Η επιλόχειος μελαγχολία απαντάται στο 80% περίπου των γυναικών μετά τον τοκετό. Η διάθεση αυτή βιώνεται ως μια μορφή ανασφάλειας για τη φροντίδα του νεογέννητου ή απομάκρυνση από το σύντροφό της.
Η Γεωργία Φραντζή εμφάνισε έντονα συμπτώματα άγχους, απελπισίας και πανικού. Κατά διαστήματα έπασχε από αϋπνίες και κατά διαστήματα βυθιζόταν σε λήθαργο. Η κατάστασή της ανάγκασε τον σύζυγό της να τη θέσει υπό ιατρική παρακολούθηση. Διαπιστώθηκε ότι η επιλόχειος μελαγχολία είχε μεταβληθεί σε βαριάς μορφής κατάθλιψη, η οποία λίγο απείχε από την ψύχωση.
Η φαρμακευτική αγωγή περιόρισε προσωρινά την κατάθλιψη, αλλά είχε ως παρενέργεια το σύνδρομο της αποσυνδετικής αμνησίας. Η αποσυνδετική αμνησία είναι ως γνωστόν πάθηση του εγκεφάλου. Με τον όρο «αποσύνδεση» εννοούμε το μηχανισμό άμυνας απέναντι στα ψυχικά τραύματα, ο οποίος βοηθά τον ασθενή να αποστασιοποιηθεί από το στρεσσογόνο συμβάν και να καθυστερήσει την ψυχική του επεξεργασία.
Το γεγονός αυτό οδήγησε τη Γεωργία Φραντζή στην ανάγκη να πλάσει έναν ιδεατό κόσμο, ο οποίος ελάχιστη σχέση είχε με τον πραγματικό. Από τον κόσμο αυτό εξέλειπαν τα συμβάντα που κατά διαστήματα την είχαν πληγώσει. Ο κόσμος της εμπλουτιζόταν διαρκώς από φανταστικούς φίλους και φίλες. Ενώ στην πραγματικότητα η ασθενής είχε υιοθετήσει τις συνήθειες μιας ερημίτισσας, στο μυαλό της ζούσε με τους ρυθμούς μιας γυναίκας που είχε τον κόσμο στα πόδια της.
Κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη το βράδυ της 5ης Μαΐου 2010. Θορυβημένοι από τη δυνατή μουσική, οι περίοικοι ειδοποίησαν την αστυνομία. Η Γεωργία Φραντζή βρέθηκε σε κωματώδη κατάσταση. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε κάνει εκτεταμένη χρήση ηρεμιστικών χαπιών σε συνδυασμό με κατανάλωση αλκοόλ. Η κατάστασή της κρίνεται σταθερή αλλά κρίσιμη.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του booknights.gr διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.
Σχόλια
Τροφοδοσία RSS για τα σχόλια αυτού του άρθρου.